Μηνυμα του Μητροπολιτη Κ Παύλου για τη γιορτη της Κοιμησεως της Θεοτόκυ


Πρός
τό  Χριστεπώνυμον  πλήρωμα
τς  ερς  Μητροπόλεως, Γλυφάδας, λληνικο,
Βούλας, Βουλιαγμένης καί Βάρης

γαπητοί μου δελφοί,

«Προστασίαν καί σκέπην ζως μς τίθημι, σέ                                  
  Θεογενντορ Παρθένε, σύ μέ κυβέρνησον πρός τόν λιμένα σου.......».
  
  ορτάζοντας τήν ορτή τς Παναγίας μας,
θέλησα νά μιλήσω στίς καρδιές σας,
μέ να κείμενο γραμμένο μέσα πό τά βάθη τς γάπης
το ρθόδοξου λαο, πρός τήν Μητέρα το Χριστο καί Θεο μας:


  «Κάποιο πόγευμα, ατές τίς μέρες,
συρα τά πόδιά μου, στς κκλησις τά λημέρια.
Πάτησα στά γιασμένα χώματα το νάρθηκα,
μόλις, πού μουν τοιμος νά καταρρεύσω,
πό τόν θόρυβο το κόσμου.
χοσαν κόμη στά ατιά μου
ο κραυγές το λαο,
ο φωνές τς μάζας.
Παντο χαλάσματα καί συντρίμμια,
στίς ψυχές τν νθρώπων
καί στά λιθάρια το ψυχου πολιτισμο.
δ καί αἰῶνες τσι εναι ατή πατρίδα,
γεμάτη πέτρες καί σπασμένες κολνες.
λλη φορά παιρναν τά λιθάρια
καί κτιζαν μιά γία Τράπεζα,
καί λειτουργοσαν πάνω στά χαλάσματα,
καί νασταινόταν τόπος,
κι λλη φορά, φηναν τά ρείπια λειτούργητα,
καί τό μόνο πού μενε,
ταν τά σοδα πό τά τέλη εσόδου τν ξένων πισκεπτν.
Θά θελα κι γώ νά μαζέψω τά συντρίμμια τς ζως μου
καί πάνω  τους, νά κτίσω μιάν γία Τράπεζα, μέσα στήν καρδιά μου.
Γνώριζα πόσο δύναμος μουν
καί πιθυμοσα κάποιος νά κυβερνήσει
τίς ασθήσεις μου, τό νο μου καί τήν καρδιά μου.
Ο στίχοι το Παρακλητικο κανόνος,
ρθαν σάν δροσερό εράκι στήν σκοτισμένη διάνοιά μου,
«Παρθένε, σύ μέ κυβέρνησον πρός τόν λιμένα σου.....».
Τό ποφάσισα:
Μητέρα το Λόγου καί Παρθένος θά γινόταν Κυβερνήτης μου.
Γνώριζα, πώς πρεπε νά δώσω μάχη πνευματική,
γιά νά ποφύγω, πως  σραήλ,
«τήν αγυπτίαν μοχθηρίαν»  τν πειρασμν.

Ο μνοι το ποιητο τς Παρακλήσεως
χάραξαν τό πλαίσιο τς περαιτέρω πορείας μου:
«Πολλος συνεχόμενος πειρασμος» καί
«Παθν με ταράττουσι προσβολαί».
πρεπε νά σκηθ καί νά μάθω,
πρτον, τούς τρόπους, πού μακραίωνη ρθόδοξη νηπτική παράδοση
δέν συνδυαζόταν καί δέν διαλεγόταν μέ τούς πειρασμούς,
καί δεύτερον, νά νικήσω τά «νοσηρά πάθη» μου.
Μέσα πό τή νέα ατή προοπτική,
εδα τόν ταραγμένο γύρω μου κόσμο,
μέ λλη ματιά καί λλη βεβαιότητα.
Τώρα βρισκόμουν κάτω πό τή σκέπη καί τήν προστασία
μις «λλης» κυβερνήσεως,
τς κυβερνήσεως κείνου, πού εναι μαζί Του.
«πσαι τν γγέλων α στρατιαί», «Πρόδρομος Κυρίου,
ποστόλων δωδεκάς, ο γιοι Πάντες, μετά τς Θεοτόκου».
Δέν πρεπε μέν νά κλείσω τά μάτια  μου στήν ταραχή το κόσμου,
λλά οτε νά συμπαρασύρωμαι σέ στερες διαμαρτυρίες.
Θά γινόμουν τσι νας ληθινός πολίτης, ατς τς νέας μου κυβερνήσεως.
Δέν χρειαζόταν πλέον νά χω ταραχή καί γωνία, ψάχνοντας,
«Πρός τίνα καταφύγω; Πο προσδράμω λοιπόν, καί  σωθήσομαι;
Πο πορευθ; Ποίαν δέ φεύρω καταφυγήν;
Ποίαν θερμήν ντίληψιν; Ποίαν ν τας θλίψεσιν βοηθόν;»
ü Ο πολίτες αύτο το πολιτεύματος
δέν προσκυνον κανέναν δυνατό τς γς,
προκειμένου νά ποκτήσουν μεγαλύτερο
μερίδιο το  θνικο εσοδήματος,                                                                   
λλά μόνο στήν Δέσποινα το κόσμου «γόνυ κλίνουν»,
ü Ο πολίτες ατο το πολιτεύματος
στήν Παναγία στρέφονται, στίς στιγμές
«τν μετρήτων ναγκν καί θλίψεων»,
ü Ο πολίτες ατο το πολιτεύματος
σ’ Ατήν καί πάλι πευθύνονται
στόν καιρό τν «συμφορν» καί τν «λυπηρν τρικυμιν»
λέγοντας «χερά μοι δός βοηθείας».
   
     κουσα, κε στά γαπημένα χώματα τς αλς το Κυρίου,
τό Βιβλικό στίχο, πού γινε μνος, προσευχή καί παράκληση:
    «Σύ μου σχύς, Κύριε, σύ μου καί δύναμις,                                              
σύ Θεός μου, σύ καί γαλλίαμα».
      Γνώριζα, πλέον, πώς «αλές»
καί συστήματα το κόσμου, δέν θά πηρετοσα,
οτε τή ζωή μου πάνω τους καί στίς παροχές τους θα στήριζα.
      Βιβλικός στίχος το Παρακλητικο κανόνος
δινε ριστικό τέλος στήν ποιαδήποτε ξάρτηση τς ζως μου,
πό τούς λεγόμενους «δυνατούς» τς γς:
   «Τήν δέησιν κχε πρός Κύριον
καί ατ παγγελ μου τάς θλίψεις».

     μέρα τελείωνε,
     μιά καινούργια μέρα ρχιζε.
     ξω ο πελπισμένες μάζες,
     συνέχιζαν νά καταστρέφουν,
     τά πομεινάρια το πολιτισμο τους.
     Θά εχαν τήν λεβεντιά
     νά κτίσουν γιες Τράπεζες πάνω στά ρείπια;
ν δέν τήν εχαν, ατήν τήν λεβεντιά,
τότε ατός τόπος πασχε πό λλειψη λαο.
   
     Λίγο παρακε μέσα στά μεγαλοπρεπ κτίρια,
     πάνω στά  τραπέζια τν κέντρων ποφάσεων,
     μάζα τν ρχόντων καί τν γετν το τόπου
     θαπτε τά ναπομείναντα λιθάρια,
     νός μακραίωνος πολιτισμο.
     Θά εχαν τήν λεβεντιά
     νά κτίσουν γιες Τράπεζες πάνω στά ρείπια;
ν δέν τήν εχαν, ατήν τήν λεβεντιά,
τότε ατός τόπος πασχε πό λλειψη ρχόντων καί γετν.

   Τί θά γινόταν νας τόπος χωρίς λαό καί ρχοντες,
πού μπορον νά κτίσουν γιες Τράπεζες πάνω στά ρείπια;
Ποιός θά μενε ρθιος, γιά νά βαστάσει
«τό βάρος καί τόν καύσωνα τς μέρας» ;
πάντηση χησε στό νο μου,
μέσα πό τά κατανυκτικά τροπάρια τς Παρακλήσεως:
«Σύ γάρ ε Θεός μν καί μες λαός σου».
Ναί, σ’ατόν τον τόπο πάρχει λαός το Θεο,
τς κυβερνήσεως κείνου, πού εναι μαζί Του,
«πσαι τν γγέλων α στρατιαί» «Πρόδρομος Κυρίου, 
ποστόλων δωδεκάς, ο γιοι Πάντες, μετά τς Θεοτόκου».
    Σκεπτόμουν δοξολογικά μέσα στόν θόρυβο το χλου:
   «Πάτερ, Λόγε, Πνεμα, Τριάς ν Μονάδι,
ξάλειψον τά πλήθη τν μν γκλημάτων»,
  «Τας τς Θεοτόκου πρεσβείαις, λεήμων,
ξάλειψον τά πλήθη τν μν γκλημάτων».
Δσε μας Κύριε τή Χάρη καί τή Δύναμη,
γιά νά εμαστε πάντοτε λαός Σου,
πρεσβείαις τς Θεοτόκου».

   ς εχηθομε, μέ τίς πρεσβεές Της, νά νταποκριθομε
στό κάλεσμα τς προσκλήσεως  Ατς,
καί νά ζομε κάθε μέρα, ς ληθινός λαός Της.                               
                                                                                                            
Μέ  πατρικές  όρτιες  εχές, ν Κυρί,

   λάχιστος ν πισκόποις   καί   Ποιμενάρχης   Σας



† Ο   ΓΛΥΦΑΔΑΣ    ΠΑΥΛΟΣ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΜΑΤΑΣ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΕΟΝ .

Δρ Φιλάνθη Αγγελάκου: όλα για το Ταεκβοντό